blog

Τα βελανίδια

Ήταν μεσοκαλόκαιρο κι ένας νεαρός φοιτητής περπατούσε σε μια απόμακρη περιοχή στα βουνά, μια κοιλάδα με ελάχιστη βλάστηση εκτός από το σκληρό βουνίσιο χορτάρι κι εδώ κι εκεί ένα ανεμοδαρμενο, καχεκτικό δέντρο.

Σ’ αυτή την ερημιά ένιωθε ήρεμος, ελεύθερος από την πίεση που είχε άφησε πίσω. Σαν να έβρισκε εδώ την απόσταση που χρειαζόταν για να δει τα πράγματα με καθαρό μυαλό.

Ήταν έμπειρος περιπατητής με εξαιρετικές ικανότητες προσανατολισμού και ήξερε να διαβάζει άριστα τους χάρτες. Ένιωθε το βουνό σπίτι του. Κι όμως, αυτή την μέρα, καθώς παρακολουθούσε τον ήλιο να κατευθύνεται αργά προς την δύση πίσω από τις μακρινές βουνοκορφές, ένα ρίγος τρόμου τον διαπέρασε καθώς συνειδητοποίησε πως είχε χαθεί. Και ήξερε καλά πως αυτό σήμαινε κίνδυνο.

Συνέχισε ν’ ακολουθεί τον ήλιο, ψάχνοντας για σημάδια ζωής… και ακριβώς την στιγμή που το φως κρυβόταν πίσω απ’ την τελευταία κορφή, σαν να είδε μακρυά κάποια κίνηση. Τάχυνε το βήμα του και σε λίγο όχι μόνο μπορούσε να δει ξεκάθαρα το σχήμα των προβάτων μα άκουγε και τον μελωδικό ντιντίνισμα των κουδουνιών. Κατάφερε να ξεχωρίσει και την μορφή του βοσκού ακινήτου στη σκιά ενός βράχου.

Ο γερό-βοσκός κάλεσε τον νεαρό να περάσει την νύχτα μαζί του. Ήταν ένας άνδρας με λίγα λόγια, μα μοιράστηκε ευχαρίστως το φτωχικό του δείπνο -κατσικίσιο τυρί, μυρωδάτο ζυμωτό ψωμί και δυνατό ντόπιο κρασί.

Μετά το δείπνο, ο βοσκός εξαφανίστηκε για λίγο κι ύστερα επέστρεψε μ’ ένα σακί που το άδειασε στο πάτωμα. Εκατοντάδες βελανίδια ξεχύθηκαν στο πάτωμα της καλύβας πλημμυρίζοντας την με ευωδιά δάσους.
Εκείνος κάθισε κάτω και σιωπηλά ξεχώριζε τα βελανίδια, κάποια σε ένα σωρό και μερικά άλλα σε σειρές. Μετά από κάμποση ώρα, κάθισε πίσω με ένα αναστεναγμό ευχαρίστησης. Δέκα σειρές με δέκα καρπούς η καθεμία ήταν προσεκτικά αραδιασμένες στο πάτωμα εμπρός του. Έβαλε τα υπόλοιπα βελανίδια μέσα στον σάκο, ενώ αυτά που είχε χωρίσει τα έχωσε στις βαθιές τσέπες του πανωφοριού του. Καλυνυχτησε μ ‘ ένα νεύμα και αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδε ο νεαρός.

Την επόμενη μέρα το πρωί, όταν ξύπνησε με το ζεστό φως του ήλιου στο πρόσωπο, ο βοσκός είχε ήδη φύγει από ώρα. Μόνο στον ορίζοντα νόμισε πως είδε το περίγραμμα των προβάτων και κάποια ανθρώπινη φιγούρα να κινείται ρυθμικά σαν να έχωνε κάτι στο σκληρό χώμα.

O νεαρός περιπατητής έφτασε τελικά στο κοντινό χωριό και από εκεί πίσω στο σπίτι του. Πέρασαν δύσκολα χρόνια και εκείνος ποτέ δεν ξέχασε την περιπέτεια του στην άνυδρη, ξερή κοιλάδα, τον βοσκό και τα βελανίδια.

Ήταν μια μνήμη που ερχόταν συχνά. Του πήρε πενήντα χρόνια…και τελικά μια μέρα, ο ηλικιωμένος πια περιπατητής πήρε στο τροχόσπιτο την γυναίκα του και όσα από τα παιδιά και εγγόνια ήθελαν να τον συνοδεύσουν και κατευθύνθηκαν προς την μακρυνή εκείνη αφιλόξενη, κοιλάδα που τόσο συχνά τους είχε περιγράψει. Περίμεναν ανυπόμονα να δουν την απέραντη αγριάδα με τα λιγοστά ανεμοδαρμένα δέντρα, σκεπασμένη με το καταπράσινο βουνίσιο χορτάρι.

Μα δεν είδαν τίποτα τέτοιο. Ο περιπατητής απλά δεν μπορούσε να καταλάβει. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει μια απέραντη άδεια έκταση, τώρα έβλεπαν μόνο ποτάμακια, μικρά γραφικά χωριουδάκια με πολύχρωμους λαχανόκηπους σε κάθε σπίτι και πάνω απ’ ολα αυτά, σειρές, στρέμματα, δάση ολόκληρα από δυνατές, ώριμες βελανιδιές με φύλλα που στραφτάλιζαν στο μεσημεριανό φώς και σιγοψυθυριζαν στο άγγιγμα της αύρας.

“Μα τι λες τώρα… απλά αδύνατο μου φαίνεται”, σκέφτηκε κι ένιωσε ένα ρίγος δέους να διαπερνά το κορμί του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.